Δέκα χρονιά μετά το 2015-2016 σε 1973 λέξεις
Έχουν περάσει ακριβώς δέκα χρόνια από την Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας και το κλείσιμο του «βαλκανικού διαδρόμου», που έβαλαν τέλος στο «καλοκαίρι της μετανάστευσης» και αρχή στην εφαρμογή της «hotspot προσέγγισης» σε Ελλάδα και Ιταλία. Έχουν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια από την σθεναρή επιμονή του Έλληνα Πρωθυπουργού να πείσει την Ολλανδή δημοσιογράφο Ίνγκενμποργκ Μπέγκελ ότι δεν είχε πάει στη Σάμο. Έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια από το ναυάγιο της Πύλου και ελάχιστοι μήνες από το ναυάγιο της Χίου. Έχουν ήδη επιχειρηθεί απολογισμοί της τελευταίας δεκαετίας, όπως αυτός του Δημήτρη Αγγελίδη που διερωτάται «τι απέγινε όλη αυτή η ανθρωπιά;» και περάσαμε «από το καλοκαίρι της αλληλεγγύης στον χειμώνα της ξενοφοβίας;»1 Σε αυτό το πνεύμα, θα προσπαθήσω να απαντήσω στο απλό ερώτημα: τι έχει συμβεί τα τελευταία δέκα χρόνια ή ορθότερα, αν και πώς έχει μετατοπιστεί το ευρωπαϊκό (οπότε) και ελληνικό συνοριακό καθεστώς την επαύριον της «προσφυγικής κρίσης»;
Ας ξεκινήσουμε με αυτό που δεν έχει συμβεί, που δεν έχει αλλάξει. Η μεταναστευτική κινητικότητα, σε όλες πλην κάποιων προνομιακών μορφών όπως αυτή των ψηφιακών νομάδων και των προγραμμάτων Golden Visa, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με όρους «κρίσης». Και αυτό όχι ως απαραίτητο παραπλήρωμα της «πολύ-κρίσης» ή της «μονιμο-κρίσης» στην οποία αρεσκόμαστε να αυθυποβαλλόμαστε προκειμένου να εξοικειωθούμε με τον θαυμαστό νέο κόσμο που μας προκαλεί αμηχανία, αλλά ως αυτόνομη οπτική πάνω στη μετανάστευση, η οποία είναι κυρίαρχη στον Παγκόσμιο Βορρά από τη δεκαετία του 1970 και μετά. Δεν υπάρχει ευρωπαϊκό κείμενο πολιτικής που να μην ξεκινά ή να μην αναφέρεται σε κάποια κεντρικά σημεία του στη «μεταναστευτική κρίση». Από αυτό δεν ξεφεύγει ούτε το προοίμιο του Νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάιο του 2024. Το Σύμφωνο αυτό, κατά βάση σε διακηρυκτικό ακόμα επίπεδο, συνεχίζει και εμβαθύνει τη λογική της αποτροπής, εμπλουτίζοντάς την με διάφορα εργαλεία, όπως η αναθεώρηση της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας που «θα διευρύνει τις περιστάσεις υπό τις οποίες μια αίτηση ασύλου μπορεί να απορριφθεί ως απαράδεκτη», ή η δημιουργία μιας ετήσιας δεξαμενής αλληλεγγύης που ως στόχο έχει την «αποτελεσματική στήριξη στα κράτη μέλη που υφίστανται μεταναστευτική πίεση».2
Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της και κάθε κράτος μέλος ξεχωριστά έχει σημαντικές ανάγκες σε εργατικό δυναμικό σε ποικίλους κλάδους, από τη γεωργία μέχρι την τουριστική βιομηχανία και από τις κατασκευές μέχρι τις υπηρεσίες υγείας, και παρά το γεγονός ότι το 2025 υπήρξε η χρονιά με τις περισσότερες ενεργές διακρατικές συγκρούσεις από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τόσο η οικονομική μετανάστευση όσο και η αναγκαστική μετανάστευση αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, αν όχι με εχθρότητα.
Και εδώ ερχόμαστε στη βασική αλλαγή που έχει συντελεστεί στο ευρωπαϊκό συνοριακό και μεταναστευτικό καθεστώς, στις πλείστες εθνικές εξειδικεύσεις του. Όλο και περισσότερο, σε όλο και περισσότερες συνοριακές ζώνες, παρατηρούνται έμπρακτες εκφράσεις μια πολιτικής της εχθρότητας. Αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι ότι αυτές οι εκφράσεις δεν περιορίζονται σε επίπεδο λόγου, αλλά πραγματώνονται σε ενσώματη βία, με πολλαπλά θύματα, νεκρά ή ακρωτηριασμένα. Τα επανειλημμένα pushbacks, για τα οποία σε λίγο δεν θα χρειάζεται οι πολιτικές ηγεσίες να εμμένουν σε πρακτικές και ρητορικές άρνησης των εγκλημάτων τους διαιωνίζοντας ένα καθεστώς αποποίησης, δεν καταγγέλλονται πλέον μόνο από εκθέσεις διεθνών οργανισμών και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Έχουν πλέον πιστοποιηθεί και από δικαστικές αποφάσεις. Η πεποίθηση ότι «δεν υπάρχει φύλαξη συνόρων χωρίς παράπλευρες (ανθρώπινες) απώλειες», που εξέφρασε στο παρελθόν ο Έλληνας Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, έχει πλέον μετατραπεί σε υπόρρητη πολιτική πρακτική των φορέων άσκησης φύλαξης των συνόρων, επίσημων και ανεπίσημων. Για να είμαστε ακριβείς, δίπλα στους επίσημους φορείς φύλαξης των συνόρων, όπως είναι η συνοριοφυλακή και το λιμενικό, με ή χωρίς συνδρομή ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών, αναδιπλώνονται κατά καιρούς και αυτόκλητοι εθνοφρουροί, τουλάχιστον στα χερσαία ελληνοτουρκικά σύνορα. Όπως εμφατικά σημείωσε ο Πρωθυπουργός της χώρας αναφερόμενος στο συμβάν της Χίου, «το Λιμενικό Σώμα δεν είναι επιτροπή υποδοχής προσφύγων».
Ενθυμούμενες και ενθυμούμενοι το ένδοξο αγωνιστικό μας παρελθόν σε συνδυασμό με την έφεσή μας για λιγότερο χονδροειδείς αποφάνσεις και συμπεράσματα, θα μπορούσαμε να επιμείνουμε στην αντιστροφή ή καλύτερα στην ανατροπή της ηγεμονίας στον δημόσιο (πολιτικό) λόγο. Έχουμε ούτως ή άλλως επί μακρόν αναλωθεί στο τι εκστομίζεται από πρωτοπόρα στόματα που εκφράζουν τη (νέο)συντηρητική ή/και αντιδημοκρατική αναδίπλωση ή/και οπισθοδρόμηση, για τις οποίες έχει χυθεί και χύνεται πολλή μελάνη σε διεθνές επίπεδο. Έχουμε υπεραναλωθεί, είναι η αλήθεια, στο να εντοπίζουμε υπερβάσεις ή μετατοπίσεις των ορίων του επιτρεπτού στο δημόσιο και πολιτικό λόγο. Αυτό που, ωστόσο, συνιστά νέο ποιοτικό στοιχείο είναι το πέρασμα από το λόγο στην πράξη.
Βήμα βήμα, σταθερά όμως και απαρέγκλιτα, μια σειρά από κυβερνήσεις έχουν θέσει εν αμφιβόλω την υφιστάμενη τάξη διεθνούς δικαίου, όπως τη γνωρίζαμε από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά. Και αυτό δεν το έχει κάνει μόνο η αμερικανική υπό τον Τραμπ κυβέρνηση. Είναι πάμπολλες οι μεμονωμένες απόπειρες διαφόρων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να εκτρέψουν το πνεύμα του διεθνούς δημοσίου δικαίου και πιο συγκεκριμένα τη Σύμβαση της Γενεύης, που από το 1951 αποτελεί τον διεθνή καταστατικό χάρτη για το καθεστώς και την προστασία των προσφύγων. Η βρετανική κυβέρνηση υπό τον Σούνακ, η ιταλική κυβέρνηση υπό την Μελόνι, αλλά και η ελληνική κυβέρνηση υπό τον Μητσοτάκη, επιχείρησαν καθολικές ή μερικές και παροδικές παραβιάσεις της Σύμβασης της Γενεύης. Η επιλεκτική εξέταση αιτημάτων ασύλου και η μαζική απέλαση των απορριφθέντων (ανθρώπων, όχι αιτημάτων) στη Ρουάντα, στην οποία επέμεινε σθεναρά η κυβέρνηση Σούνακ προσέκρουσε τελικά στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου. Η συμφωνία της Μελόνι με τον Ράμα για τη δημιουργία κλειστών κέντρων μεταναστών στην Αλβανία, προσέκρουσε στους Ιταλούς δικαστές. Η αναστολή εξέτασης αιτημάτων ασύλου, δυο φορές τα τελευταία πέντε χρόνια, από την κυβέρνηση Μητσοτάκη έτυχε της αποδοχής και της στήριξης των ύπατων αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά τις εκπεφρασμένες ανησυχίες διεθνών οργανισμών, όπως της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, αλλά και του εγχώριου Συνηγόρου του Πολίτη, ενώ δεν προσέκρουσε σε καμιά εγχώρια δικαστική αρχή.
Παράλληλα, στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, η επανανοηματοδότηση της «έννομης διαδικασίας» (due process), που αποτελεί θεμελιώδη νομική αρχή από το 1791 και την 5η Τροπολογία του Συντάγματος, γίνεται με σαφώς πιο επιδεικτικό και θεαματικό τρόπο. Δεν θα μπορούσε εξάλλου στη χώρα του Χόλυγουντ να απουσιάζει άφθονο οπτικοακουστικό υλικό γεμάτο δράση (και αίμα). Αυτά που κάνει η ICE, πέρα από το να μας φέρνει μνήμες από απωθούμενες ως τώρα παραστάσεις του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου, είναι η πρακτική κατάργηση της συνταγματικής αρχής ότι «κανένα πρόσωπο δεν μπορεί … να στερηθεί τη ζωή, την ελευθερία ή ιδιοκτησία του, χωρίς έννομη διαδικασία». Πέρα από όλα τα άλλα, η συνεχής επιβολή καθεστώτος εξαίρεσης που καθιστά πλέον την εξαίρεση κανόνα, επιτυγχάνει την εμπέδωση της νέας τάξης πραγμάτων σε εγχώριο επίπεδο, όπου «όποιος σώζει την πατρίδα του δεν παραβιάζει κανένα νόμο».3
Πίσω από το θέαμα, όμως, δείγματα του οποίου έχουμε κατά καιρούς και σε άλλα παγκόσμια σύνορα, π.χ. τις έντονες διαπραγματεύσεις μεταξύ αυστραλιανού λιμενικού και πλοιαρίων με αιτούντες/σες άσυλο που εκτρέπονται τελικώς προς το Ναούρου ή φυσικά τα ναυάγια της Μεσογείου, κρύβονται οι λεπτομέρειες του Διαβόλου. Πέρα από τις διαφόρων προελεύσεων επικλήσεις και προτροπές για αναθεώρηση της Σύμβασης της Γενεύης,4 πέρα ακόμα ακόμα από την ίδια την παραβίαση διατάξεων της σύμβασης – που αφορούν εκτός των άλλων και την ίδια την Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας – η κυβέρνηση Τραμπ, χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες, έχει ήδη επιστρατεύσει το ισχυρότερο ίσως όπλο που διαθέτει: την οικονομική αποστράγγιση. Η σημαντική μείωση της συνεισφοράς των ΗΠΑ στον προϋπολογισμό του ΟΗΕ, που αφορά σε μεγάλο βαθμό τη χρηματοδότηση ανθρωπιστικών προγραμμάτων, όπως αυτά της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, καθιστά πλέον τη νέα τάξη πραγμάτων και υλικά χειροπιαστή.
Η βασική μετατόπιση, δηλαδή, σε επίπεδο διεθνούς και τοπικής εκδίπλωσης του συνοριακού καθεστώτος θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια μεθοδολογική ή εννοιολογική μετατόπιση. Θα μπορούσε να αποδοθεί ως την εξάντληση των ορίων του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού, όπου η ανάλυση λόγου δεν μπορεί πλέον παρά να αποτελεί μια ασφαλή μεν, άχρηστη δε διανοητική δραστηριότητα. Με άλλα λόγια, έχουμε αφήσει κατά πολύ πίσω το τι λέγεται, πώς λέγεται και από ποιους/ες λέγεται. Και αυτό διότι έχουμε περάσει πλέον στη φάση του τι γίνεται. Και αυτό που γίνεται δεν μπορεί να προσεγγιστεί με όρους οιονεί σκανδαλοθηρικής σταχυολόγησης, ούτε με συμπτωματολογική οπτική. Αυτό που γίνεται επιμέρους και συγκεκριμένα σε διάφορα τοπικά και πολιτικά συγκείμενα συνιστά μέρος μιας συνολικής μεταβολής που έχει τις ρίζες της σε βάθος χρόνου, αλλά εμφάνισε τα δόντια της πολύ πρόσφατα.
Και αυτό δεν είναι άλλο από την κατίσχυση ενός νέου, στα όρια του απόλυτου, ρεαλισμού στη «διαχείριση των μεταναστευτικών ροών». Έχοντας επίγνωση των στρατηγικών που αναπτύσσουν τα μεταναστευτικά δίκτυα προκειμένου να καταστήσουν δυνατή και βιώσιμη την κινητικότητα πέρα και πάνω από περιορισμούς, οι κυβερνήσεις καταφεύγουν όλο και πιο συχνά στο μονοπωλιακό δικαίωμα που νομίμως διαθέτουν. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνεται συνέχεια. Σε καμιά κυβέρνηση, θέλω να πιστεύω, δεν αρέσει να προσκρούουν φουσκωτά πλοιάρια σε σκάφη του λιμενικού και να περισυλλέγονται πτώματα ή τραυματισμένα σώματα. Και δεν είναι μόνο το κόστος σε χρήμα. Αυτό που μπορεί και πρέπει να γίνει, για να μετουσιωθεί σε πράξη το όραμα του Τόνυ Μπλαιρ και να απαλλαγούμε από το asylum shopping και τους ψευδοαιτούντες άσυλο, είναι σε τελική ανάλυση να απαλλαγούμε από το άσυλο.
Ούτως ή άλλως, το 1951 είναι αρκετά μακρινό, η Ευρώπη είναι πολύ διαφορετική και τα όρια μεταξύ μετανάστη/ριας και πρόσφυγα/ισσας είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα. Για ποιο λόγο, εξάλλου, να υφίσταται ο/η οικονομικός/ή μετανάστης/ρια διακριτική μεταχείριση, ιδίως όταν και η ίδια έρχεται αντιμέτωπη με σειρά κοινωνικών και οικονομικών εξαναγκασμών. Στην παρούσα φάση, λοιπόν, ανάπτυξης του συνοριακού και μεταναστευτικού καθεστώτος, όντως διαρρηγνύεται η ψευδεπίγραφη διχοτόμηση μεταξύ οικονομικού μετανάστη και πολιτικού πρόσφυγα. Μόνο που διαρρηγνύεται εις βάρος του εξαναγκασμένου μετανάστη/τριας. Όντως αποδίδεται αυτενέργεια και βούληση στα μέχρι πρότινος θυματοποιημένα κοινωνικά υποκείμενα που συμμετέχουνε στο μεταναστευτικό δράμα. Μόνο που αποδίδεται προκειμένου να αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά, τόσο το ίδιο το κοινωνικό υποκείμενο όσο και η κινητικότητά του.
Μια παρατήρηση, ή μάλλον υπενθύμιση, εδώ είναι απαραίτητη. Η καθολική κυριαρχία της λογικής της αποτροπής ασφαλώς και δεν σημαίνει παύση – πραγματική ή και ηθελημένη ακόμα από πλευράς των κυβερνήσεων – της κινητικότητας. Οι ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την πίεση του ίδιου του εργατικού δυναμικού ή κυρίως των εργοδοτών, θα πρέπει και κατά πάσα πιθανότητα θα καλύπτονται. Είναι κάτι περισσότερο από πιθανό ότι οι ανεπτυγμένες οικονομικά κοινωνίες θα εξακολουθήσουν να αναζητούν έξω από τους κόλπους τους εργατικά χέρια για να μαζέψουν τις σοδειές των χωραφιών τους ή τους καρπούς των δέντρων τους, για να χτίσουν τα σπίτια τους, για να ταΐσουν τα παιδιά τους ή τους τουρίστες τους, για να φροντίσουν τους συνεχώς αυξανόμενους ηλικιωμένους τους. Δεν τίθεται ζήτημα επ’ αυτού. Αυτό που έχει σημασία είναι τα εργατικά αυτά χέρια να έρθουν απλώς ως τέτοια. Πενήντα και πλέον χρόνια μετά το Anwerbestopp, μοιάζει να είναι ζωτικής σημασίας η αποφυγή του ατυχήματος, να ζητάμε εργατικά χέρια και να μας έρχονται άνθρωποι.
Τα παραπάνω, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος/α, δεν κομίζουν κάτι αναγκαστικά νέο. Όπως προείπα, από την δεκαετία του 1970 και μετά, αυτή υπήρξε λίγο ως πολύ η κατεύθυνση που ακολούθησαν όλες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι κυβερνήσεις των χωρών «υποδοχής». Αυτό που είναι νέο και συνιστά σοβαρή ποιοτική μετατόπιση είναι η απονομιμοποίηση της μέχρι τώρα νομιμοποιητικής βάσης για τη ρύθμιση κάθε μορφής μεταναστευτικής κινητικότητας. Είναι ο θρίαμβος ενός νέου ρεαλισμού, περισσότερο ή λιγότερο κυνικού μικρή σημασία έχει, αφού το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Το αποτέλεσμα είναι η διαχείριση των ανθρώπινων ροών ως ροών, όσο το δυνατόν απαλλαγμένων από βαρίδια ηθικού τύπου, όπως από πού έρχεσαι, κατά πόσο κινδυνεύεις εκεί από όπου έρχεσαι και ούτω καθεξής.
Με άλλα λόγια, έφτασε η ώρα να μπορούμε να δούμε κατάματα την υλιστική βάση της οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων κατά τη διαδικασία ρύθμισης της ανθρώπινης επιθυμίας ή/και ανάγκης για φυγή και κινητικότητα. Έφτασε επιτέλους η ευλογημένη εκείνη ώρα να ζήσουμε σε ένα κόσμο απογυμνωμένο από ιδεαλιστικές φιοριτούρες που ως στόχο έχουν να μετριάσουν τη βαρβαρότητα της εξουσίας και να θρέψουν τις ψευδείς συνειδήσεις μας. Πατήσαμε επιτέλους το πόδι μας στην έρημο του πραγματικού.
Δημήτρης Παρσάνογλου
Αναπληρωτής καθηγητής
Τμήμα Κοινωνιολογίας
Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ τεύχος 47.
1 https://www.efsyn.gr/themata/thema-tis-efsyn/493347_apo-kalokairi-tis-allileggyis-ston-heimona-tis-xenofobias
2 https://www.consilium.europa.eu/el/policies/eu-migration-asylum-reform-pact/
3 https://verfassungsblog.de/trumps-counter-constitution/
4 Ένα ανθολόγιο τέτοιου τύπου παρεμβάσεων προσφέρεται στο https://www.efsyn.gr/themata/thema-tis-efsyn/489531_telos-toy-asyloy
Ten Years After 2015–2016, in 1,973 Words
Exactly ten years have passed since the EU–Turkey Joint Statement and the closure of the “Balkan corridor,” which brought an end to the “summer of migration” and inaugurated the implementation of the “hotspot approach” in Greece and Italy. Almost five years have passed since the Greek Prime Minister’s strenuous insistence on persuading the Dutch journalist Ingeborg Beugel that he had not been to Samos. Almost three years have passed since the Pylos shipwreck, and only a few months since the shipwreck off Chios. Assessments of the past decade have already been attempted — among them Dimitris Angelidis’s, which asks “what became of all that humanity?” and whether we passed “from the summer of solidarity to the winter of xenophobia.”[1] In that spirit, I will try to answer a simple question: what has happened over the past ten years, or, more accurately, whether and how the European (and therefore) Greek border regime has shifted in the aftermath of the “refugee crisis.”
Let us begin with what has not happened, what has not changed. Migrant mobility — in all but a few privileged forms, such as that of digital nomads and Golden Visa schemes — continues to be treated in terms of “crisis.” And this is not as some necessary supplement to the “polycrisis” or “permacrisis” we so enjoy subjecting ourselves to in order to acclimatise to the brave new world that leaves us at a loss, but as an autonomous perspective on migration, one that has been dominant in the Global North since the 1970s. There is no European policy document that does not open with, or refer at some of its central points to, the “migration crisis.” Not even the preamble to the New Pact on Migration and Asylum, approved by the European Council in May 2024, escapes this. That Pact, still largely at the level of declaration, continues and deepens the logic of deterrence, enriching it with various instruments: the revision of the concept of the safe third country, which “will broaden the circumstances under which an asylum application may be rejected as inadmissible,” or the creation of an annual solidarity pool aimed at “effective support to member states facing migratory pressure.”[2]
Despite the fact that the European Union as a whole, and each member state individually, has significant labour needs across a range of sectors — from agriculture to the tourism industry, from construction to health services — and despite the fact that 2025 was the year with the highest number of active interstate conflicts since the end of the Second World War, both economic migration and forced migration are met with suspicion, if not outright hostility.
And here we arrive at the fundamental change that has taken place in the European border and migration regime, and in its many national specifications. Increasingly, and in an increasing number of border zones, we witness the practical expressions of a politics of hostility. What matters greatly is that these expressions are not confined to the level of discourse but are realised as embodied violence, with multiple victims, dead or maimed. The repeated pushbacks — for which, before long, political leaderships will no longer need to persist in practices and rhetorics of denying their crimes, perpetuating a regime of disavowal — are no longer denounced only in the reports of international organisations and NGOs. They have now been certified by court rulings as well. The conviction that “there is no border protection without collateral (human) damage,” once voiced by the Greek Minister of Migration and Asylum, has by now been converted into the implicit political practice of those who carry out border enforcement, official and unofficial alike. To be precise: alongside the official border-enforcement bodies, such as the border guard and the coastguard, with or without the assistance of European and international agencies, self-appointed vigilantes periodically deploy themselves as well, at least along the Greek–Turkish land border. As the country’s Prime Minister emphatically noted with reference to the Chios incident, “the Coastguard is not a refugee reception committee.”
Recalling our glorious militant past, together with our penchant for less crude pronouncements and conclusions, we might insist on the reversal — or better, the overturning — of hegemony in public (political) discourse. We have in any case long exhausted ourselves over what is uttered by the pioneering mouths that give voice to the (neo)conservative and/or anti-democratic retrenchment and/or regression, over which a great deal of ink has been and continues to be spilled internationally. We have, in truth, over-exhausted ourselves in identifying transgressions or shifts in the limits of the permissible within public and political discourse. What constitutes a genuinely new qualitative element, however, is the passage from discourse to practice.
Step by step, but steadily and unswervingly, a series of governments have called into question the existing order of international law as we have known it since the end of the Second World War. And it is not only the American administration under Trump that has done so. The individual attempts by various European governments to divert the spirit of public international law — and more specifically the Geneva Convention, which since 1951 has constituted the international charter for the status and protection of refugees — are legion. The British government under Sunak, the Italian government under Meloni, and the Greek government under Mitsotakis have all attempted wholesale or partial and temporary violations of the Geneva Convention. The selective examination of asylum claims and the mass deportation to Rwanda of those rejected (people, that is, not claims), on which the Sunak government strenuously insisted, ultimately ran aground on the United Kingdom’s Supreme Court. Meloni’s agreement with Rama to create closed migrant centres in Albania ran aground on the Italian judiciary. The suspension of the examination of asylum claims, twice in the past five years, by the Mitsotakis government met with the acceptance and support of the European Union’s highest officials, despite the concerns expressed by international organisations such as the UNHCR, and by the domestic Ombudsman as well, while it ran aground on no domestic judicial authority whatsoever.
Meanwhile, on the other side of the Atlantic, the redefinition of “due process” — a foundational legal principle since 1791 and the Fifth Amendment to the Constitution — is proceeding in a markedly more ostentatious and spectacular fashion. In the land of Hollywood, after all, an abundance of audiovisual material full of action (and blood) could hardly be lacking. What ICE is doing, beyond bringing back memories of representations of the European interwar period repressed until now, amounts to the practical abolition of the constitutional principle that “no person shall … be deprived of life, liberty, or property, without due process of law.” Beyond everything else, the continuous imposition of a state of exception — which by now makes the exception the rule — succeeds in consolidating the new order of things at the domestic level, where “he who saves his Country does not violate any Law.”[3]
Behind the spectacle, however — instances of which we get from time to time at other global borders too, such as the fraught negotiations between the Australian coastguard and boats carrying asylum seekers who are ultimately diverted to Nauru, or of course the shipwrecks of the Mediterranean — lies the devil in the detail. Beyond the invocations and exhortations of various provenances calling for a revision of the Geneva Convention,[4] and beyond even the outright violation of the convention’s provisions — which concern, among other things, the EU–Turkey Joint Statement itself — the Trump administration has already, without much fanfare, deployed perhaps the most powerful weapon at its disposal: financial strangulation. The substantial reduction of the United States’ contribution to the UN budget, which to a large extent concerns the funding of humanitarian programmes such as those of the UNHCR, renders the new order of things materially tangible as well.
The fundamental shift, then, at the level of both the international and the local unfolding of the border regime, could be likened to a methodological or conceptual shift. It could be rendered as the exhaustion of the limits of social constructivism, where discourse analysis can no longer be anything but a safe — yet useless — intellectual activity. In other words, we have left far behind what is said, how it is said, and by whom it is said. And this is because we have now passed into the phase of what is being done. And what is being done cannot be approached in terms of a quasi-scandal-mongering gleaning of instances, nor through a symptomatological lens. What is being done, piecemeal and concretely, across various local and political contexts, constitutes part of an overall transformation whose roots run deep in time but which bared its teeth only very recently.
And this is nothing other than the prevailing of a new realism, bordering on the absolute, in the “management of migration flows.” Well aware of the strategies that migrant networks develop in order to render mobility possible and viable beyond and above restrictions, governments resort ever more frequently to the monopoly right they lawfully possess. But this cannot go on forever. No government, I would like to believe, enjoys having inflatable boats collide with coastguard vessels and having corpses or injured bodies retrieved. And it is not only a matter of financial cost. What can and must be done — so that Tony Blair’s vision may be translated into practice and we may be rid of asylum shopping and bogus asylum seekers — is, in the final analysis, to be rid of asylum itself.
In any case, 1951 is quite far off, Europe is very different, and the boundaries between migrant and refugee are frequently hard to discern. And why, after all, should the economic migrant be subject to discriminatory treatment, especially when she too is confronted with a series of social and economic coercions. In the present phase of the border and migration regime’s development, then, the spurious dichotomy between economic migrant and political refugee is indeed being ruptured. Except that it is being ruptured to the detriment of the forced migrant. Agency and volition are indeed being attributed to the social subjects participating in the migration drama who until recently were cast as victims. Except that they are being attributed in order that both the social subject and its mobility may be dealt with more effectively.
An observation here, or rather a reminder, is necessary. The universal dominance of the logic of deterrence certainly does not mean the cessation — whether real or even intended on the part of governments — of mobility. The labour needs referred to above will, in one way or another, under pressure from the workforce itself or chiefly from employers, have to be met, and in all likelihood will be. It is more than likely that economically developed societies will continue to seek hands from beyond their own ranks to harvest the crops of their fields or the fruit of their trees, to build their houses, to feed their children or their tourists, to care for their ever-increasing numbers of elderly. There is no question about that. What matters is that these working hands arrive simply as such. More than fifty years after the Anwerbestopp, it appears vital to avoid the accident: that we ask for working hands and human beings arrive instead.
The above, one might argue, brings nothing necessarily new. As I said earlier, from the 1970s onwards this has been, more or less, the direction followed by all but a very few of the governments of “host” countries. What is new, and what constitutes a serious qualitative shift, is the delegitimation of what has until now been the legitimating basis for regulating every form of migrant mobility. It is the triumph of a new realism — whether more or less cynical matters little, since the result remains the same. The result is the management of human flows as flows, freed as far as possible from moral encumbrances such as where you are coming from, whether you are in danger where you are coming from, and so on.
In other words, the time has come when we can look squarely at the materialist basis of the organisation of social relations in the process of regulating the human desire and/or need for flight and mobility. That blessed hour has finally arrived when we may live in a world stripped of the idealist flourishes whose purpose is to temper the barbarity of power and to feed our false consciousness. We have at last set foot in the desert of the real.
Dimitris Parsanoglou
Associate Professor
Department of Sociology
Faculty of Economic and Political Sciences
National and Kapodistrian University of Athens
The text was published in the journal GEOGRAPHIES, issue 47.
Notes
[2] https://www.consilium.europa.eu/el/policies/eu-migration-asylum-reform-pact/
[3] https://verfassungsblog.de/trumps-counter-constitution/
[4] An anthology of interventions of this kind is offered at https://www.efsyn.gr/themata/thema-tis-efsyn/489531_telos-toy-asyloy
